Πίνακας περιεχομένων
Σε μια εποχή γεωπολιτικών εντάσεων, οικονομικής μεταβλητότητας και τεχνολογικών μετασχηματισμών, η Ελλάδα καλείται να επαναξιολογήσει τα ανταγωνιστικά της πλεονεκτήματα και να αντιμετωπίσει τις δομικές αδυναμίες που εξακολουθούν να περιορίζουν τις αναπτυξιακές της δυνατότητες. Ο Χρήστος Καμπόλης, επικεφαλής οικονομολόγος στο Κέντρο Παγκόσμιας Ανταγωνιστικότητας (WCC) του διεθνούς οργανισμού IMD, αναλύει σε βάθος την πορεία και τις προκλήσεις της ελληνικής οικονομίας, εστιάζοντας στα κρίσιμα θεσμικά και διαρθρωτικά ζητήματα που την επηρεάζουν.
Σε συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο κ. Καμπόλης επισημαίνει ότι η δεκαετία της οικονομικής κρίσης λειτούργησε ως «μεγάλο τεστ» για τη συνοχή του ελληνικού κράτους και την ανθεκτικότητα των θεσμών. Στο πλαίσιο αυτό, υπογραμμίζει τη σημασία ενός αποτελεσματικού δημόσιου τομέα και την ανάγκη ενίσχυσης της θεσμικής εμπιστοσύνης, ως βασικών παραγόντων για την ενίσχυση της εθνικής ανταγωνιστικότητας και την προσέλκυση επενδύσεων.
Δείτε Έρχονται αλλαγές στη φορολογία – Ποιοί θα δουν φορολογικές ελαφρύνσεις και αυξήσεις
Η ανάλυσή του εστιάζει σε τρεις κύριους άξονες: τις διεθνείς επιδόσεις της Ελλάδας, τους παράγοντες που επηρεάζουν την επενδυτική ελκυστικότητα της οικονομίας και τα θεσμικά ελλείμματα που εμποδίζουν την πλήρη αξιοποίηση των διαθέσιμων δυνατοτήτων. Κεντρικό ρόλο αποδίδει στην αναβάθμιση της δημόσιας διοίκησης και στη θεσμική συνέχεια, που –όπως σημειώνει– οφείλει να υπερβαίνει τους κυβερνητικούς κύκλους και να στηρίζεται σε μακροπρόθεσμο στρατηγικό σχεδιασμό.
Ο Χρήστος Καμπόλης τονίζει ότι η ανταγωνιστικότητα δεν χτίζεται μόνο με τεχνολογία ή κεφάλαια, αλλά πάνω σε γερά θεμέλια θεσμικής σταθερότητας, διαφάνειας και κοινωνικής εμπιστοσύνης. Μόνο μέσα από έναν συνεκτικό σχεδιασμό και τη σταθερή λειτουργία των θεσμών μπορεί η Ελλάδα να ενισχύσει τη θέση της στον παγκόσμιο ανταγωνισμό και να αξιοποιήσει πλήρως τις ευκαιρίες της ψηφιακής και πράσινης μετάβασης.
Ως σημαντικό ορόσημο χαρακτηρίζει την πρόσφατη ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας της Ελλάδας ο επικεφαλής οικονομολόγος στο Κέντρο Παγκόσμιας Ανταγωνιστικότητας (WCC) του IMD, Χρήστος Καμπόλης, επισημαίνοντας ότι η εξέλιξη αυτή πιθανώς θα βελτιώσει τη θέση της χώρας σε τομείς όπως η πιστοληπτική αξιολόγησή της και η εμπιστοσύνη των επενδυτών, σε όρους IMD. «Από την άλλη πλευρά, τα “σκληρά δεδομένα” τείνουν να υστερούν (να καταγραφούν). Μπορεί λοιπόν να μην δούμε άμεσο άλμα, αλλά αν αυξηθούν οι εισροές επενδύσεων και ενισχυθεί το επιχειρηματικό κλίμα, αυτό θα αποτυπωθεί σε τομείς που σχετίζονται με τις οικονομικές επιδόσεις και την αποτελεσματικότητα της κυβέρνησης» σημειώνει, σε συνέντευξή του στο Αθηναϊκό/Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, ο κ. Καμπόλης, ο οποίος θα συμμετάσχει στο 10ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, που φέτος συμπληρώνει 10 χρόνια παρουσίας και θα διεξαχθεί στις 9-12 Απριλίου 2025.
Μετά το 2009-2010, η Ελλάδα αντιμετώπισε παρατεταμένη οικονομική κρίση, που ακολουθήθηκε από την αναταραχή της πανδημίας της Covid-19 το 2020. Ποια ήταν, κατά τη γνώμη του, τα βασικά διδάγματα που πήρε η χώρα και ποιες πολιτικές αποδείχθηκαν περισσότερο κι αντίστοιχα λιγότερο αποτελεσματικές για την ανάκαμψή της; «Η παρατεταμένη κρίση από το 2010 έως την πανδημία δίδαξε στην Ελλάδα ένα μάθημα-“κλειδί”: η δημοσιονομική σταθεροποίηση πρέπει να συμβαδίζει με θεσμικές μεταρρυθμίσεις, ιδίως στον τομέα της είσπραξης φόρων, των ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών και της ευελιξίας της εργασίας. Στις πολύ αποτελεσματικές πολιτικές που εφαρμόστηκαν περιλαμβάνονταν ο ψηφιακός μετασχηματισμός του κράτους, ιδίως με την επιτάχυνση της ψηφιοποίησης της δημόσιας διοίκησης, κατά τη διάρκεια της COVID-19, αλλά και οι στοχευμένες παρεμβάσεις στην αγορά εργασίας, ιδίως στον τομέα του τουρισμού. Λιγότερο αποτελεσματικές είναι οι μεταρρυθμίσεις στο δικαστικό και ρυθμιστικό περιβάλλον. Για παράδειγμα, η γραφειοκρατία παραμένει υψηλή και το contract enforcement (επιβολή και εφαρμογή των συμβάσεων) εξακολουθεί να αποθαρρύνει τις επενδύσεις» εκτιμά ο κ. Καμπόλης, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ και την Αλεξάνδρα Γούτα.
Ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα και επίμονες αδυναμίες σε έναν κόσμο μεγάλης αβεβαιότητας
Διανύουμε εποχή μεγάλων αναταραχών και γεωπολιτικών κινδύνων. Σε αυτό το πλαίσιο, ποια θεωρεί ως τα ισχυρότερα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα της ελληνικής οικονομίας και ποιες τις μεγαλύτερες αδυναμίες της; Κατά τον κ. Καμπόλη, σε περιόδους μεγάλης αβεβαιότητας οι χώρες δοκιμάζονται ως προς την ικανότητά τους να προσαρμόζονται και να εξελίσσονται. Η Ελλάδα, εκτιμά, διαθέτει μερικά στρατηγικά πλεονεκτήματα, που μπορούν να χρησιμεύσουν ως θεμέλιο για ένα πιο ανθεκτικό και ανταγωνιστικό μέλλον.
«Ο τομέας του τουρισμού είναι ένα τέτοιο πλεονέκτημα. Παραμένει δυναμικός και διαθέτει ικανότητα για μετασχηματισμό, μέσω της προσφοράς υπηρεσιών υψηλότερης αξίας, όπως ο ιατρικός, ο οικολογικός και ο πολιτιστικός τουρισμός. Ένα άλλο πλεονέκτημα της χώρας είναι το επιστημονικό ανθρώπινο ταλέντο και γενικά τα θεμέλια του ανθρώπινου κεφαλαίου της Ελλάδας που, αν αξιοποιηθούν επαρκώς, μπορούν να συμβάλουν στη μακροπρόθεσμη ικανότητα καινοτομίας. Τούτων λεχθέντων, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να πάσχει από διαρθρωτικές αδυναμίες. Κατατάσσεται χαμηλά στους δείκτες που σχετίζονται με τη συμμετοχή στην αγορά εργασίας, τη διαρροή εγκεφάλων, την καινοτομία, τη μεταφορά γνώσης και τις Συμπράξεις Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα, ενώ η ψηφιακή μετάβαση εξακολουθεί να υστερεί. Σε ανατρεπτικούς καιρούς, οι ηγέτες τόσο του δημόσιου, όσο και του ιδιωτικού τομέα, πρέπει να σκέφτονται με όρους ανθεκτικότητας, η οποία απαιτεί την ανάπτυξη ικανοτήτων στους δημόσιους οργανισμούς, τη διαφοροποίηση της οικονομικής βάσης και τη στήριξη της συνεχούς αναβάθμισης των δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού» υπογραμμίζει.
Δείτε Η Τεχνητή Νοημοσύνη αλλάζει την εργασία- Ο ρόλος της στην εκπαίδευση
Δεν θα πρέπει όμως να μειωθεί η βαριά εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας από τον τομέα του τουρισμού; Στο ερώτημα αυτό, ο κ. Καμπόλης απαντά: «Η Ελλάδα δεν πρέπει να μειώσει την εξάρτησή της από τον τουρισμό, αλλά μάλλον να την εξελίξει. Ο τουρισμός είναι μια δύναμη, αλλά πρέπει να μετατοπιστεί από τον όγκο στην αξία: ιατρικός τουρισμός, οικολογικός τουρισμός, πολιτιστικές εμπειρίες και υπηρεσίες υψηλού επιπέδου. Ταυτόχρονα, η Ελλάδα πρέπει να διαφοροποιήσει την οικονομία της, εστιάζοντας στη βιοτεχνολογία, τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, την αγροτική τεχνολογία, τις δημιουργικές βιομηχανίες και τα logistics. Με στρατηγικές επενδύσεις και ανάπτυξη δεξιοτήτων, αυτό είναι εφικτό με την πάροδο του χρόνου. Ο ρόλος της βιομηχανίας θα πρέπει να είναι κεντρικός στο νέο μοντέλο. Ειδικά στην καινοτομία, τον εξαγωγικό προσανατολισμό και τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Αλλά πρέπει να υποστηρίζεται από σύγχρονες υποδομές και ευέλικτη ρύθμιση».
Η Ελλάδα διαθέτει το ταλέντο, αλλά λείπουν οι γέφυρες
Στην κατάταξη Παγκόσμιας Ανταγωνιστικότητας του IMD για το 2024, η Ελλάδα έχει βελτιώσει τη θέση της στην ψηφιακή ετοιμότητα σε σχέση με το 2023, αλλά βρίσκεται σε χειρότερη θέση από ό,τι το 2020. Τι μας λέει αυτό; Είναι ότι οι άλλοι τρέχουν πολύ πιο γρήγορα ή ότι εμείς δεν προχωράμε με αρκετή ταχύτητα; «Ενώ η Ελλάδα έχει βελτιώσει την ψηφιακή ανταγωνιστικότητά της σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, η θέση της είναι πράγματι χαμηλότερη από αυτή που ήταν το 2020. Αυτό αντανακλά τόσο την εσωτερική στασιμότητα όσο και την εξωτερική επιτάχυνση. Πράγματι, άλλες χώρες μπορεί να προοδεύουν ταχύτερα και η Ελλάδα δεν κινείται αρκετά γρήγορα. Υπάρχουν σημάδια που δείχνουν προς την κατεύθυνση των προκλήσεων που πρέπει να αντιμετωπίσει η οικονομία: της μείωσης της ατομικής προσαρμοστικότητας, της επιχειρηματικής ευελιξίας και της ικανότητας καινοτομίας. Εάν (οι προκλήσεις αυτές) αφεθούν αναπάντητες, η ανθεκτικότητα μπορεί να διαβρωθεί. Η Ελλάδα πρέπει να επιταχύνει τον ψηφιακό μετασχηματισμό, ιδίως στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τις δημόσιες υπηρεσίες, να ενισχύσει την κυβερνοασφάλεια και να ενσωματώσει την ψηφιακή μετάβαση στην εκπαίδευση» εκτιμά ο κ. Καμπόλης.
Στην αξιολόγηση του IMD, η Ελλάδα σημειώνει την καλύτερη βαθμολογία στην «Επιστημονική συγκέντρωση». Δυστυχώς, αν και έχουμε σπουδαίους ερευνητές και πολλές πατέντες, δεν φαίνεται να παράγουμε αρκετή καινοτομία. Τι στοιχίζει αυτό στην Ελλάδα από άποψη ανταγωνιστικότητας και πώς μπορεί να λυθεί αυτός ο γρίφος; «Δεν πρόκειται για γρίφο» απαντά ο κ. Καμπόλης και εξηγεί: «Η ισχυρή αξιολόγηση οφείλεται στις στέρεες επιδόσεις της Ελλάδας στην επιστημονική και τεχνική απασχόληση, στις δημοσιεύσεις γύρω από την Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ) και στις ερευνήτριες. Η καινοτομία, όμως, απαιτεί ένα οικοσύστημα: ταλέντο, κεφάλαια, ρύθμιση και συνεργασία. Η Ελλάδα διαθέτει το ταλέντο. Αλλά δεν διαθέτει γέφυρες μεταξύ ακαδημαϊκής κοινότητας και βιομηχανίας. Η λύση βρίσκεται στη δημιουργία ισχυρών συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, στην παροχή κινήτρων για τη μεταφορά τεχνολογίας και στην προώθηση της εμπορικής αξιοποίησης της έρευνας».
Η απασχόληση στην εποχή της ΤΝ δεν διασφαλίζεται με προστατευτισμό, αλλά με προετοιμασία
Πώς μπορεί η Ελλάδα να αξιοποιήσει την ΤΝ και την αυτοματοποίηση για να ενισχύσει την παραγωγικότητα, διασφαλίζοντας όμως ταυτόχρονα την απασχόληση; Κατά τον κ. Καμπόλη, η ΤΝ και η αυτοματοποίηση μπορούν να ενισχύσουν σημαντικά την παραγωγικότητα, διεκπεραιώνοντας εργασίες ρουτίνας, βελτιώνοντας την ακρίβεια και επιτρέποντας την ταχύτερη λήψη αποφάσεων. Σε τομείς όπως η δημόσια διοίκηση, η γεωργία, τα logistics και ο τουρισμός, η ΤΝ μπορεί να κάνει τις μικρές ομάδες πιο παραγωγικές, χωρίς απαραίτητα να μειωθεί ο αριθμός των εργαζομένων. «Η διασφάλιση της απασχόλησης όμως απαιτεί επενδύσεις στη συνεργασία ανθρώπου-ΤΝ μέσω της αναβάθμισης των δεξιοτήτων, των ψηφιακών εργαλείων στις ΜΜΕ και της συνεχούς κατάρτισης τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Η καλύτερη διασφάλιση της απασχόλησης είναι η προετοιμασία και όχι ο προστατευτισμός» σημειώνει.
Διαβάστε ακόμη Ποιοί αγοράζουν ακίνητα στην Ελλάδα και πού
Παράγει η Ελλάδα επαρκές ανθρώπινο ταλέντο με ψηφιακές δεξιότητες, για να καλύψει τις ανάγκες μιας εξελισσόμενης αγοράς εργασίας; Αν ναι, πώς μπορούμε να αξιοποιήσουμε καλύτερα αυτό το ταλέντο; Αν όχι, μπορούμε να παραμείνουμε ανταγωνιστικοί; «Η Ελλάδα δεν παράγει επί του παρόντος αρκετά ψηφιακά καταρτισμένα ταλέντα, για να καλύψει τις ανάγκες της ταχέως εξελισσόμενης αγοράς εργασίας. Η εμπειρία των στελεχών είναι ότι η διαρροή εγκεφάλων αποτελεί χαρακτηριστικό της οικονομίας, τα κίνητρα για τους εργαζόμενους είναι ελλιπή και η ψηφιακή κατάρτιση παραμένει κατακερματισμένη. Για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας απαιτούνται σημαντικές δράσεις: εκσυγχρονισμός της επαγγελματικής εκπαίδευσης, παροχή κινήτρων για κατάρτιση στον ιδιωτικό τομέα και ευθυγράμμιση των πανεπιστημιακών προγραμμάτων σπουδών με τις ψηφιακές απαιτήσεις της αγοράς στην Ελλάδα» επισημαίνει.
Η εμπορική πολιτική του Τραμπ και η ανταγωνιστικότητα ΗΠΑ και Κίνας
Πώς θα μπορούσε να επηρεάσει την κατάταξη των ΗΠΑ -αλλά και άλλων χωρών, όπως η Κίνα- στην παγκόσμια επετηρίδα ανταγωνιστικότητας του ΙΜD η εμπορική πολιτική του Προέδρου Τραμπ; Η επίδραση της εμπορικής πολιτικής του Αμερικανού Προέδρου, εκτιμά, εξαρτάται από την εφαρμογή και το χρονοδιάγραμμα. «Εάν η πολιτική του Τραμπ ενισχύσει την αβεβαιότητα, τον προστατευτισμό ή την παγκόσμια αστάθεια, ενδέχεται να το δούμε αυτό να αντανακλάται σε χαμηλότερη κατάταξη των ΗΠΑ σε δείκτες που σχετίζονται με το εμπόριο και το επιχειρηματικό κλίμα παγκοσμίως. Εάν κλιμακωθούν οι εντάσεις μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, οι διαταραχές στην αλυσίδα εφοδιασμού ενδέχεται να επηρεάσουν και άλλες χώρες. Αυτό θα αποτυπωθεί σε μελλοντικές εκδόσεις της κατάταξης. Ενώ οι διαρθρωτικές επιπτώσεις χρειάζονται χρόνο, το επιχειρηματικό κλίμα μπορεί να αλλάξει γρήγορα και να φανεί στη φετινή έκδοση του IMD» καταλήγει.